(+30) 2310 277698
joevital@gmail.com
Eκκριτική Ωτίτιδα στα παιδιά

Δείτε εδώ το σχετικό άρθρο

Εκκριτική ωτίτιδα: Αίτια και θεραπεία

Αν το παιδί σας σάς ζητά να επαναλάβετε πολλές φορές το ίδιο πράγμα ή ανεβάζει συνεχώς την ένταση της τηλεόρασης, καλό θα ήταν να σπεύσετε στον γιατρό, αφού μπορεί να πάσχει από εκκριτική ωτίτιδα, που επιβαρύνει την ακοή του και μπορεί να αποβεί επικίνδυνη, αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως.

Η εκκριτική ωτίτιδα ή υγρό στο αυτί, όπως περιγράφεται συνήθως, είναι μια ιδιαίτερα συχνή πάθηση ιδίως στις μικρές ηλικίες σε ποσοστά που φτάνουν μέχρι και το 80%, αν και μπορεί να εμφανιστεί και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Πρόκειται ουσιαστικά για την ύπαρξη υγρού στην κοιλότητα του μέσου ωτός και για την ανάπτυξή της έχει προηγηθεί ο ανεπαρκής αερισμός μέσω της ευσταχιανής σάλπιγγας.

Εκκριτική ωτίτιδα και αίτια

Η βασικότερη αιτία της είναι η δυσλειτουργία ή απόφραξη της ευσταχιανής σάλπιγγας, εξαιτίας της ατελούς ανάπτυξής της, της υπερτροφίας των αδενοειδών εκβλαστήσεων (κρεατάκια), ιογενών λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού, αλλεργιών, ρινίτιδας και συχνών αυξομειώσεων της ατμοσφαιρικής πίεσης (σε αεροπορικά ταξίδια και καταδύσεις).

Η εκκριτική ωτίτιδα μπορεί να μην εκδηλώσει σε πρώτη φάση συμπτώματα και να εντοπιστεί τυχαία. Όταν εκδηλώνεται όμως, συνήθως συνοδεύεται από τη δυσκολία των μικρών παιδιών να ακούσουν καλά, με κύριο σύμπτωμά της να είναι η λεγόμενη βαρηκοΐα αγωγιμότητας.

Συντηρητική και χειρουργική θεραπεία

Η αντιμετώπιση της εκκριτικής ωτίτιδας περνά από τη συντηρητική και την χειρουργική οδό. Συχνά όμως αποδεικνύεται ανθεκτική στη συντηρητική αγωγή, ενώ μπορεί να υποτροπιάσει ακόμα και μετά από τη χειρουργική της αντιμετώπιση. Η συντηρητική προσέγγιση προβλέπει τη φαρμακευτική αγωγή με αντιισταμινικά και ενδορινικά στεροειδή σε συνδυασμό με αντιβιοτικά, αλλά και πλύσεις της ρινικής κοιλότητας. Η δε χειρουργική προβλέπει τη μυριγγοτομή και την αδενοειδεκτομή.

Όταν το υγρό παραμένει στην κοιλότητα του μέσου ωτός για χρονικό διάστημα άνω των τριών μηνών παρά τη φαρμακευτική αγωγή και η βαρηκοΐα έχει κάνει την εμφάνισή της, συνιστάται μυριγγοτομή, παρακέντηση δηλαδή του τυμπενικού υμένα και αναρρόφηση του υγρού. Η μυριγγοτομή συνοδεύεται συνήθως από την τοποθέτηση σωληνίσκων αερισμού, που επιτρέπουν για κάποιους μήνες -6 με 8- τον αερισμό του μέσου ωτός και στη συνέχεια αποβάλλονται σταδιακά από τον οργανισμό. Η δε αδενοειδεκτομή, που έχει ως στόχο τη βελτίωση της λειτουργίας της ευσταχιανής σάλπιγγας, συνήθως προκρίνεται σε περιπτώσεις συνυπάρχουσας υποτροπιάζουσας εκκριτικής ωτίτιδας.

Η επιλογή της συντηρητικής ή χειρουργικής οδού εξαρτάται από την κάθε ξεχωριστή περίπτωση, ανάλογα με την ηλικία, τις ανάγκες του παιδιού, τη σοβαρότητα του προβλήματος, την εποχή του χρόνου που αυτό εμφανίζεται, το αν έχει διαγνωστεί παράλληλα υποτροπιάζουσα οξεία μέση ωτίτιδα ή αν η βαρηκοΐα και τα προβλήματα ομιλίας έχουν κάνει την εμφάνισή τους.

Για παράδειγμα ένα παιδάκι που εμφανίζει εκκριτική ωτίτιδα και έχει μόλις ξεκινήσει τον παιδικό σταθμό, πιθανότατα επηρεάζεται από τις συνεχείς λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού στην μικρή του κοινότητα και καλό είναι οι γονείς να περιμένουν να δουν την εξέλιξη, προτού αποφασίσουν πιο δραστικές λύσεις. Επίσης, αν η εκκριτική ωτίτιδα εμφανιστεί χειμώνα, προκρίνεται η συντηρητική προσέγγιση, αφού υπάρχει η προσδοκία της βελτίωσης του καιρού, άρα και της ύπαρξης ιδανικότερων συνθηκών για την αντιμετώπιση της πάθησης, όταν όμως εμφανιστεί καλοκαίρι η προοπτική του χειμώνα που ακολουθεί δεν είναι και η πλέον αισιόδοξη.

Στις περιπτώσεις δε που το παιδί πάσχει και από υποτροπιάζουσα οξεία μέση ωτίτιδα η θεραπεία πρέπει να είναι πιο δραστική, ώστε να μην υπάρξει κίνδυνος μόνιμων βλαβών. Σε παιδιά μεγαλύτερων ηλικιών που η καλή ακοή είναι απαραίτητη για τη μαθησιακή διαδικασία, η χειρουργική προσέγγιση για την αντιμετώπιση της επίμονης εκκριτικής ωτίτιδας είναι προτιμότερη. Όταν μάλιστα διαπιστώνεται και πρόβλημα στην ομιλία, τότε το υγρό πρέπει να αφαιρείται άμεσα.

Σε κάθε περίπτωση οι γονείς δεν πρέπει να αγνοούν τα πρώτα συμπτώματα της εκκριτικής ωτίτιδας, ώστε εγκαίρως να την αντιμετωπίζουν, αποτρέποντας τον κίνδυνο της απώλειας ακοής.