(+30) 2310 277698
joevital@gmail.com
Ασθενής εξετάζεται για ωτολογικές παθήσεις - Δρ Ιωσήφ Βιτάλ ΩΡΛ Θεσσαλονίκη

Μάθετε τα πάντα για τις Ωτολογικές παθήσεις

Το αυτί είναι το όργανο της ακοής και της ισορροπίας του ανθρώπου. Διαιρείται σε τρία τμήματα: το εξωτερικό, το μέσο και το έσω, τα οποία όταν λειτουργούν σωστά οδηγούν σε φυσική και υγιή ακοή.

Οι περισσότερες ωτολογικές παθήσεις εκδηλώνονται με συμπτώματα, όπως απώλεια ή μείωση ακοής, βουητά και επεισόδια ιλίγγου.

Οι ωτολογικές παθήσεις πρέπει να διερευνώνται διεξοδικά από έμπειρο Ωτορινολαρυγγολόγο, καθώς η σωστή και έγκαιρη διάγνωσή τους είναι κρίσιμη για την καλύτερη θεραπεία τους. Σε πολλές περιπτώσεις, δε, η θεραπευτική αντιμετώπιση είναι κατεξοχήν χειρουργική.

Ο εξειδικευμένος χειρουργός Ωτορινολαρυγγολόγος Δρ. Ιωσήφ Βιτάλ πραγματοποιεί όλες τις εξετάσεις για τις ωτολογικές παθήσεις και εφαρμόζει τις πλέον σύγχρονες χειρουργικές τεχνικές για τη θεραπεία τους.

Βαρηκοΐα

Η βαρηκοΐα είναι η μείωση της ακουστικής ικανότητας του ατόμου. Μπορεί να συμβεί σε κάθε ηλικία αν και η προοδευτική απώλεια ακοής που σχετίζεται με την ηλικία είναι η πιο συχνή μορφή βαρηκοΐας και ονομάζεται πρεσβυακουσία.

Από την άλλη πλευρά, η παιδική βαρηκοΐα αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές διαταραχές που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης, καθώς έχει άμεσο αντίκτυπο στην ανάπτυξη της ομιλίας.

Η βαρηκοΐα κατατάσσεται σε τρεις διαφορετικούς τύπους:

  • Βαρηκοΐα τύπου αγωγής που αφορά βλάβεις στο εξωτερικό και το μέσο αυτί. Τα ηχητικά κύματα δεν μπορούν να φτάσουν στον προορισμό τους που είναι το εσωτερικό αυτί λόγω πχ συσσώρευσης κυψελίδας, διάτρησης τυμπάνου, φλεγμονής με υγρό στο μέσο αυτί ή ωτοσκλήρυνσης.
  • Νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, που αφορά σε βλάβες στο ακουστικό νεύρο στο εσωτερικό του αυτιού. Τύποι νευροαισθητήριας απώλεια ακοής είναι η γενετική απώλεια ακοής, η βαρηκοΐα που προκαλείται από την ηλικία και την έκθεση σε δυνατούς θορύβους και από λοιμώξεις μέσου ωτός, που δεν έτυχαν ιατρικής περίθαλψης, άλλου τύπου λοιμώξεις, κάκωση, λήψη ωοτοξικών φαρμάκων, αυτοάνοσα νοσήματα.
  • Βαρηκοΐα μικτού τύπου, όταν συνυπάρχουν βαρηκοΐα αγωγής και νευροαισθητήρια στο ίδιο αυτί.

Τα συμπτώματα της βαρηκοΐας περιλαμβάνουν τη δυσκολία κατανόησης του λόγου όταν υπάρχει θόρυβος στο περιβάλλον ή όταν μιλούν ταυτόχρονα περισσότεροι από δύο άνθρωποι, καθώς και δυσκολία στην αντίληψη των συμφώνων και των ήχων υψηλής συχνότητας, όπως είναι οι παιδικές ή οι γυναικείες φωνές.

Ο βαρήκοος συνήθως ζητά από τους άλλους να μιλήσουν πιο καθαρά, δυνατά και αργά, δυναμώνει την ένταση στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, δεν συμμετέχει σε συζητήσεις και αποφεύγει τις κοινωνικές εκδηλώσεις.

Τα παιδιά ηλικίας μέχρι δύο ετών με βαρηκοΐα έχουν προβλήματα στην ανάπτυξη του λόγου.

Στα παιδιά προσχολικής ηλικίας μπορεί να παρουσιαστούν προβλήματα στην επικοινωνία, ενώ τα παιδιά σχολικής ηλικίας με βαρηκοΐα έχουν δυσκολία να παρακολουθήσουν τα μαθήματα στην τάξη και παρουσιάζουν τάσεις απομόνωσης.

Όταν αντιληφθείτε τα παραπάνω συμπτώματα πρέπει να απευθυνθείτε σε γιατρό Ωτορινολαρυγγολόγο για περαιτέρω διερεύνηση. Ο γιατρός θα εξετάσει το αυτί με το οπτικό μικροσκόπιο, μία εξέταση που ονομάζεται ωτομικροσκόπηση, προκειμένου να εντοπίσει τυχόν παθολογικά ευρήματα. Επίσης, θα πραγματοποιήσει έλεγχο ακοής με ακοόγραμμα, τυμπανόγραμμα και ακουστικά αντανακλαστικά.

Ανάλογα με τον τύπο και τον βαθμό βαρηκοΐας ο γιατρός θα προτείνει τη θεραπευτική αντιμετώπιση που μπορεί να είναι συντηρητική ή χειρουργική. Η βαρηκοΐα που οφείλεται σε παθήσεις μέσου ωτός μπορεί να θεραπευτεί με χειρουργικές τεχνικές, που πραγματοποιεί εξειδικευμένος χειρουργός Ωτορινολαρυγγολόγος, όπως η τυμπανοπλαστική, η τυμπανοτομή με τοποθέτηση σωληνίσκων αερισμού ή η αναβολεκτομή.

Η βαρηκοΐα από παθήσεις του έσω ωτός αντιμετωπίζεται εκτός από τα ακουστικά βαρηκοϊας και με τοποθέτηση κοχλιακών εμφυτευμάτων.

Κωφότητα

Κωφότητα είναι η ολική απώλεια της ακοής. Η κωφότητα μπορεί να είναι εκ γενετής ή να είναι επίκτητη.

Η εκ γενετής κωφότητα οφείλεται συνήθως σε κληρονομικά αίτια ή σε άλλους παράγοντες όπως είναι η ερυθρά, η έκθεση της μητέρας σε ακτινοβολία, αιμορραγίες, λήψη ωτοτοξικών φαρμάκων, λοιμώξεις κα. Σε γενετικές ανωμαλίες οφείλεται ο εκφυλισμός του ακουστικού νεύρου ή ωτοσκλήρυνση σε οποιαδήποτε ηλικία και η κακή κατασκευή του ακουστικού οργάνου που μπορεί να οδηγήσουν σε κωφότητα.

Η επίκτητη κωφότητα οφείλεται στην καταστροφή του ακουστικού νεύρου από λοιμώξεις, χρήση φαρμάκων, φλεγμονές του μέσου ωτός.

Όταν υπάρχει εκ γενετής κωφότητα το παιδί δεν έχει την ικανότητα να αντιληφθεί τα ακουστικά ερεθίσματα και κατ’ επέκταση να αποκτήσει λόγο. Όταν η κωφότητα εμφανιστεί στα πρώτα χρόνια της ζωής, το παιδί έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει ομιλία αν και περιορισμένη.

Η διάγνωση της κωφότητας είναι καθοριστικής σημασίας να γίνεται μέσα στους πρώτους μήνες της ζωής του βρέφους όταν υπάρχει εκ γενετής ολική απώλεια ακοής. Στις περιπτώσεις επίκτητης κωφότητας οι γονείς πρέπει να απευθυνθούν στον Ωτορινολαρυγγολόγο αμέσως μόλις αντιληφθούν καθυστέρηση στην ομιλία.

Ο Ωτορινολαρυγγολόγος θα πραγματοποιήσει έναν πλήρη διαγνωστικό έλεγχο με ωτομικροσκόπηση, ακοόγραμμα, τυμπανόγραμμα.

Η κωφότητα μπορεί να αντιμετωπιστεί πλέον με εφαρμογή κοχλιακών εμφυτευμάτων. Η επέμβαση που πραγματοποιείται από πολύ καλά εκπαιδευμένο χειρουργό Ωτορινολαρυγγολόγο έχει θεαματικά αποτελέσματα σε περιπτώσεις παιδιών που γεννιούνται κωφά. Αν τοποθετηθούν έγκαιρα τα παιδιά μπορούν να ακούσουν και να αναπτύξουν ομιλία.

Εκκριτική ωτίτιδα

Η εκκριτική ωτίτιδα είναι μία πολύ συχνή πάθηση κατά την οποία το μέσο αυτί γεμίζει με υγρό. Αν και παρουσιάζεται κατά κύριο λόγο σε παιδιά, η εκκριτική ωτίτιδα είναι πιθανόν να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία.

Η εκκριτική ωτίτιδα οφείλεται κατά κύριο λόγο στον ανεπαρκή αερισμό του εσωτερικού του αυτιού μέσω της ευσταχιανής σάλπιγγας, του σωλήνα δηλαδή που συνδέει τη μύτη με το αυτί.

Συνήθως ο ανεπαρκής αερισμός προκαλείται εξαιτίας της ανατομίας της ευσταχιανής σάλπιγγας ή της απόφραξής της από την υπερτροφία των αδενοειδών εκβλαστήσεων, κάποια κύστη ή όγκο του ρινοφάρυγγα και από πολύποδες ρινός. Επίσης, η απόφραξη μπορεί να συνδέεται με λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού, αλλεργική ρινίτιδα ή αυξομειώσεις της ατμοσφαιρικής πίεσης.

Στην εκκριτική ωτίτιδα ο ασθενής παρουσιάζει βαρηκοΐα και αίσθημα πληρότητας, εμβοές, αυτοφωνία, πόνο στο αυτί και ενδεχομένως ίλιγγο.

Η εκκριτική ωτίτιδα διαγιγνώσκεται από τον Ωτορινολαρυγγολόγο με λήψη του ιστορικού του ασθενή και κλινική εξέταση. Επιπλέον, ο Ωτορινολαρυγγολόγος μπορεί να διενεργήσει ωτομικροσκόπηση, τυμπανόγραμμα και ακοόγραμμα.

Στους ενήλικες με εκκριτική ωτίτιδα διεξάγεται και ενδοσκοπικός έλεγχος, ώστε να διερευνηθεί η πιθανότητα παρουσίας όγκου στην περιοχή του ρινοφάρυγγα.

Η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική ή χειρουργική ανάλογα με τα αίτια και τη χρονική διάρκεια της πάθησης. Η χειρουργική επέμβαση, που πραγματοποιεί ο χειρουργός Ωτορινολαρυγγολόγος είναι τυμπανοτομή για την αναρρόφηση του υγρού με τοποθέτηση σωληνίσκων αερισμού, ώστε να βελτιωθεί ο αερισμός στο εσωτερικό του αυτιού.

Χρόνια Μέση Ωτίτιδα

Χρόνια μέση ωτίτιδα ονομάζεται η μακροχρόνια φλεγμονή ή βλάβη του μέσου ωτός, η οποία αφορά επίσης την ευσταχιανή σάλπιγγα και τη μαστοειδή απόφυση. Πάντοτε, δε, η χρόνια μέση ωτίτιδα συνυπάρχει με διάτρηση της τυμπανικής μεμβράνης.

Συνήθως παρουσιάζεται σταδιακά σε ασθενείς με μακροχρόνιο ή συχνό πρόβλημα στο αυτί και επανειλημμένα επεισόδια οξείας μέσης ωτίτιδας. Ωστόσο είναι δυνατόν να αναπτυχθεί σε μικρό χρονικό διάστημα σε ασθενείς, που δεν έχουν ιστορικό.

Το βασικό σύμπτωμα των ασθενών με χρόνια μέση ωτίτιδα είναι η πυώδης ωτόρροια, δηλαδή η έξοδος από το αυτί δύσοσμου πύου. Επίσης, οι ασθενείς παρουσιάζουν βαρηκοΐα, καθώς και βουητά, ίλιγγο και πόνους στα αυτιά.

Η διάγνωση της χρόνιας μέσης ωτίτιδας από τον χειρουργό Ωτορινολαρυγγολόγο γίνεται με τη βοήθεια του ιστορικού και ενδελεχή έλεγχο, που περιλαμβάνει εξέταση του αυτιού με οπτικό μικροσκόπιο(ωτομικροσκόπηση) και ακοολογικό έλεγχο. Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις είναι απαραίτητη η αξονική και μαγνητική τομογραφία του κροταφικού οστού, προκειμένου να αξιολογηθεί η έκταση της βλάβης.

Η χρόνια μέση ωτίτιδα θεραπεύεται οριστικά με χειρουργική επέμβαση, προκειμένου να εξαλειφθούν τα συμπτώματα, να αποκατασταθεί η ακοή και να αποφευχθούν πιο σοβαρές επιπλοκές.

Η χειρουργική επέμβαση που ονομάζεται τυμπανοπλαστική εκτελείται από εξειδικευμένο χειρουργό Ωτορινολαρυγγολόγο.

Χολοστεάτωμα

Το χολοστεάτωμα είναι η πάθηση κατά την οποία αναπτύσσεται δέρμα σε μία μη φυσιολογική περιοχή, στο μέσο αυτί, πίσω από το τύμπανο. Συνήθως το χολεστεάτωμα παίρνει τη μορφή κύστης ή θύλακα, όπου συσσωρεύονται τα νεκρά κύτταρα του δέρματος το ένα πάνω στο άλλο μέσα το αυτί.

Σε βάθος χρόνου η αύξηση του μεγέθους του χολοστεατώματος μπορεί να καταστρέψει τα ευαίσθητα οστά του μέσου ωτός. Η καταστροφή των ευαίσθητων οστών μπορεί να προκαλέσει διασπορά της μόλυνσης στις γύρω περιοχές του έσω ωτός, ή και του εγκεφάλου. Εάν μείνει λοιπόν χωρίς θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε κώφωση, απόστημα εγκεφάλου, μηνιγγίτιδα και σπάνια σε θάνατο.

Το χολοστεάτωμα οφείλεται στις περισσότερες περιπτώσεις σε κακή λειτουργία της ευσταχιανής σάλπιγγας και σε χρόνιες φλεγμονές του αυτιού. Η ευσταχιανή σάλπιγγα μεταφέρει αέρα από το πίσω μέρος της μύτης στο μέσο αυτί για να εξισώνει την πίεση του αέρα. Πολλές φορές λόγω αλλεργίας, κοινού κρυολογήματος ή κολπίτιδας η ευσταχιανή σάλπιγγα δεν δουλεύει φυσιολογικά. Αυτό έχει ως συνέπεια ο αέρας του μέσου ωτός να απορροφάται δημιουργώντας μερικό κενό.

Η χρόνια πίεση του κενού στο μέσο αυτί προκαλεί εισολκή και σχηματισμό θύλακα μετά από τέντωμα του τυμπάνου στις περιοχές που είναι αδύνατες λόγω προηγούμενων φλεγμονών. Ο θύλακας αυτός συχνά γίνεται χολοστεάτωμα. Σπάνια το χολοστεάτωμα μπορεί να υπάρχει εκ γενετής.

Το πιο συνηθισμένο σύμπτωμα που έχουν οι ασθενείς με χολοστεάτωμα είναι η δύσοσμη, πυώδη έκκριση, που προέρχεται από τη λοίμωξη του συσσωρευμένου νεκρού δέρματος. Επίσης, μπορεί να υπάρχει βαρηκοΐα και αίσθημα πληρότητας στο αυτί, καθώς και ζάλη και αδυναμία των μυών σε μια πλευρά του προσώπου. Το χολοστεάτωμα μπορεί να αναπτύσσεται αθόρυβα για κάποιο διάστημα και να ανιχνεύεται τυχαία κατά την εξέταση του αυτιού.

Σε περίπτωση που ο ασθενής παρουσιάσει τα παραπάνω συμπτώματα πρέπει να επισκεφθεί το γρηγορότερο χειρουργό Ωτορινολαρυγγολόγο. Η διάγνωση γίνεται με ωτομικροσκόπηση και εξετάσεις ακοής. Επίσης, πραγματοποιείται ενδελεχής εξέταση των κρανιακών νεύρων και ειδικά του προσωπικού νεύρου, τεστ ισορροπίας και συχνά ενδοσκόπηση καθώς και αξονική και μαγνητική τομογραφία.

Το χολοστεάτωμα αρχικά αντιμετωπίζεται συντηρητικά με στόχο τον έλεγχο της φλεγμονής. Όταν το χολοστεάτωμα είναι εκτεταμένο απαιτείται χειρουργική θεραπεία για την απομάκρυνσή του και τη δημιουργία ενός στεγνού αυτιού χωρίς φλεγμονές καθώς και τη μείωση του κινδύνου υποτροπής.

Η χειρουργική μέθοδος για την αφαίρεση του χολεοστεατώματος ονομάζεται μαστοειδεκτομή και πρέπει να εκτελείται από εξειδικευμένο και έμπειρο χειρουργό Ωτορινολαρυγγολόγο.

Ωτοσκλήρυνση

Ωτοσκλήρυνση είναι μια αρκετά συχνή πάθηση του οστού που περιβάλλει το μέσο ή και το έσω αυτί. Αποτελεί μία από τις συχνές αιτίες βαρηκοΐας και μπορεί να επηρεάσει το ένα ή στις περισσότερες περιπτώσεις και τα δύο αυτιά.

Η ωτοσκλήρυνση εμφανίζεται πιο συχνά στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες και παρουσιάζεται συνήθως από την ηλικία των 18 έως 30 ετών.

Η ωτοσκλήρυνση προκαλεί απώλεια ακοής όταν ανώμαλη μορφή οστού περιβάλλει τον αναβολέα και μειώνει τον ήχο που φτάνει στο εσωτερικό αυτί(βαρηκοΐα αγωγιμότητας).

Ωστόσο, η ωτοσκλήρυνση μπορεί να προκαλέσει λιγότερο συχνά και νευροαισθητήρια απώλεια ακοής, όταν παρεμβαίνει στο εσωτερικό αυτί και επηρεάζει την παραγωγή του νευρικού σήματος.

Η αιτία της ωτοσκλήρυνσης δεν είναι απολύτως γνωστή. Συνήθως η ωτοσκλήρυνση οφείλεται σε κληρονομικούς παράγοντες. Σύμφωνα με έρευνες, η εγκυμοσύνη φέρεται να συνδέεται με την επιδείνωση των συμπτωμάτων της ωτοσκλήρυνσης.

Το πιο συνηθισμένο σύμπτωμα είναι η απώλεια ακοής, που επιδεινώνεται με το πέρασμα του χρόνου. Επίσης, οι ασθενείς με ωτοσκλήρυνση παραπονιούνται για εμβοές ή θόρυβο στο αυτί, ενώ κάποιοι αναφέρουν ότι ακούνε καλύτερα όταν υπάρχει πολύς θόρυβος στο περιβάλλον. Πολύ σπάνια, η ωτοσκλήρυνση μπορεί επίσης να προκαλέσει ζάλη.

Η διάγνωση της ωτοσκλήρυνσης δεν είναι εύκολη, καθώς οι ασθενείς κλινικά έχουν φυσιολογικό τυμπανικό υμένα και τα συμπτώματα είναι κοινά με άλλες παθήσεις. Ο Ωτορινολαρυγγολόγος θα πρέπει να διαθέτει την εμπειρία, ώστε μετά από κλινική εξέταση και εργαστηριακές εξετάσεις να καταλήξει στη σωστή διάγνωση.

Η αντιμετώπιση της ωτοσκλήρυνσης εξαρτάται από μία σειρά παράγοντες, όπως ο βαθμός και το είδος της βαρηκοΐας και η ηλικία του ασθενή. Όταν η ωτοσκλήρυνση βρίσκεται στην περιοχή του αναβολέα, τότε η καλύτερη θεραπεία είναι η χειρουργική αφαίρεση του αναβολέα και η τοποθέτηση τεχνητού μοσχεύματος. Η επέμβαση, που λέγεται αναβολεκτομή πρέπει να εκτελείται από έμπειρο και άρτια εκπαιδευμένο χειρουργό Ωτορινολαρυγγολόγο καθώς είναι ιδιαίτερα λεπτή και απαιτητική.